Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Αγνώστου ετύμου


Στη γέμιση του φεγγαριού άλλο δεντρό δεν πιάνει,
μόνο τσ’ αγάπης το δεντρό που πάντα ρίζες κάνει.
Ερωτόκριτος, Β΄, 315-316.

Αγνώστου ετύμου [οὐδεὶς οἶδεν ἐξ ὅτου ἐφάνη = ἀεί ποτε ζῇ ταῦτα…] σημειώνει ο φίλος γλωσσολόγος για την αγάπη. Αγνώστου ετύμου. Και παραπέμπει στη σχετική σελίδα του Μπαμπινιώτη :

Το ρήμα ἀγαπῶ (από το οποίο παρήχθη το ουσιαστικό ἀγάπη, μόλις τον 3ο αιώνα π.Χ.), μολονότι απαντά ήδη στον Όμηρο (Οδ. Ψ 214 «οὕνεκά σ’ οὐ τὸ πρῶτον, ἐπεὶ εἶδον, ὧδ’ ἀγάπησα») και χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη έκταση σε όλη την αρχαιότητα φθάνοντας μέχρι σήμερα (πβ. λ.χ. Πλάτωνος Πολιτεία 330c «ὥσπερ γὰρ οἱ ποιηταὶ τὰ αὑτῶν ποιήματα καὶ οἱ πατέρες τοὺς παῖδας ἀγαπῶσι»), δεν μάς είναι ακόμη γνωστή η ετυμολογική του προέλευση. Χαρακτηρίζεται στα ειδικά λεξικά ως «αγνώστου ετύμου». 

Μία ετυμολογική υπόθεση (τού 1991) που δέχεται τελευταία στο ετυμολογικό του Λεξικό τής Αρχαίας Ελληνικής ο Robert Beekes είναι: ἀγαπῶ < ἄγα(ν) «πολύ» + πᾶ- «προστατεύω» (από μια ρίζα *pa- «προστατεύω»), ήτοι από μια αρχική σημασία «προστατεύω πολύ».

Άγνωστη –αξίζει να σημειωθεί– θεωρείται και η ετυμολογία τού συνώνυμου ρήματος φιλῶ (παράγωγο τού φίλος) που είναι η κατεξοχήν λέξη που σήμαινε «αγαπώ» στην αρχαία ήδη από τον Όμηρο ( πβ. Ιλ. Θ 343 «ὅς τις ἀνὴρ ἀγαθὸς…τὴν αὐτοῦ φιλέει [ενν. γυναῖκα] καὶ κήδεται ὡς καὶ ἐγὼ τὴν ἐκ θυμοῦ φίλεον») και που εξελίχθηκε στη σημερινή σημασία «ασπάζομαι, δίνω φιλί» (τη σημασία αυτή την είχε –παράλληλα προς τη σημασία τού «αγαπώ»– ήδη στα μετά τον Όμηρο χρόνια : «φιλούν στο στόμα» έναντι «φιλούν στα μάγουλα» παραδίδει ο Ηρόδοτος «φιλέονται τοῖσι στόμασι»– «τὰς παρειὰς φιλέονται»). Για τη λέξη υπάρχει μια ετυμολογική υπόθεση που τη συνδέει με μια ρίζα, που θα έδινε ως αρχική για τη λέξη φίλος, απ’ όπου προέρχεται το φιλῶ, τη σημασία «αυτὀς που βρίσκεται κοντά».

Και ο ἔρωτας (αρχ. ἔρως, ἔρωτος) που παράγεται από το πολύχρηστο στην αρχαία ρήμα ἔραμαι «ερωτεύομαι, αγαπώ με πάθος» (που έδωσε και τα ἐραστής, ἐράσμιος, ἀνέραστος, Ἐρατώ) μάς είναι ετυμολογικά επίσης άγνωστος. Τόσο που ο ετυμολόγος Beekes διερωτάται μήπως το ἔραμαι είναι προελληνική λέξη !

Τα παραπάνω συμπληρώνονται με τρεις παρετυμολογίες από την ιστορία της Λεξικογραφίας μας:

Γνήσιο Ετυμολογικό: Ἀγάπη· παρὰ τὸ ἄγαν ποιότητα ἔχειν.
Ετυμολογικό Συμεώνος:  Ἀγάπη· παρὰ τὸ ἄγαν πιότητα ἔχειν.
Μέγα Ετυμολογικό: Ἀγάπη Παρὰ τὸ ἄγειν τὸ πᾶν͵ ἤτοι ἑνοῦν καὶ συνάπτειν πρὸς ὁμόνοιαν· ἢ παρὰ τὸ ἄγαν ποιότητα ἔχειν.

Παραπέμπει κανείς επιπλέον στον Κόμβο Ελληνικής Γλώσσας για τα σχετικά περί αγάπης. Εκεί λήμματα και παραθέματα περιπλέκουν και ερμηνεύουν πιο γήινα το ζήτημα.

Εκεί όμως που αξίζει κανείς παραπάνω να σταθεί είναι στο Λεξικό Παραθεμάτων και Αφορισμών του Σπουδαστηρίου του Νέου Ελληνισμού, από όπου και αποσπά την "αγάπη" του Ψυχάρη από το "Ταξίδι" του (1888):

Η καρδιά μου μοιάζει με το γιαλό· όσο δε σ’ έχω, είμαι σαν το ξενιτεμένο το περιγιάλι κι όλο προσμένω να δροσιστώ με της αγάπης σου την πλημμύρα

Και έτσι αγγίζει κανείς το σήμερα, όπου σήμερα μια εξαιρετικη εκδοχή της αγάπης εντός ενός παραμυθιού. Ε, πού αλλού;

"Η αγάπη έρχεται σιγά σιγά. Σε πολιορκεί με λόγια και πράξεις και μετά είσαι στα απαλά της χέρια ένα ζυμάρι. Εγώ έτσι κι αλλιώς είμαι ένα πλάσμα εξαιρετικά ευέλικτο. Η αγάπη με έκανε λάστιχο. Μου έδωσε δύναμη αφάνταστη. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς βρέθηκα σ' αυτή τη θέση. Πώς ο φόβος και ο θυμός της αρχής έγινε φροντίδα και αγάπη. Δηλαδή πώς χωρά ο άλλος και όλος ο κόσμος του μέσα σου; Πώς μεγαλώνει ο χώρος στο μυαλό και στην καρδιά σου; 
Από τότε που το έπαθα αυτό, απέκτησε η ουρά μου το μαγικό της χάρισμα. Τελικά η αγάπη κάνει θαύματα, πολύ σωστά το λένε. Εγώ το ζω. 

Από τα μάτια πιάνεται
στα χείλη κατεβαίνει
κι από τα χείλη στην καρδιά
ριζώνει και δε βγαίνει

[...] Και η αφή, ξέρετε, έχει πολλά μυστικά. Αυτή κρατά το κρυφό κλειδί της μοναξιάς.
Κι εκείνη την απασχολούσε η αγάπη και ο τρόπος της. Στην αρχή φοβόταν τα νυχάκια μου και τα κοφτερά μου φιλιά, το απρόσμενο γενικώς των τρόπων μου. Είχε, όμως, υπομονή. Έμαθε να με παρατηρεί, να υποχωρεί. Με έβαζε δίπλα της ισότιμα. Σε όλα έκανε χώρο και αυτό που τη δυσκόλεψε το ίδιο και την αντάμειψε.
Κι έτσι βρεθήκαμε στης αγάπης την κλωστή δεμένες. Εκείνη λέει κόκκινη κλωστή, γιατί αγαπά τα παραμύθια. Εγώ λέω χρυσή, ως βασίλισσα των γατών. Οι ποιητικές διαφωνίες μας, όμως, και οι συζητήσεις μας είναι ό,τι πιο ενδιαφέρον σ' αυτή τη σχέση. Σημασία έχει πως τα λόγια, οι σκέψεις και κυρίως οι πράξεις της αγάπης έκαναν το εγώ εμείς. Γι' αυτό παντού το νιαουρίζω πως μ' έμαθε ν' αγαπώ. Εκείνη επιμένει πως εγώ της έμαθα τις πιο ιδιαίτερες αποχρώσεις της αγάπης. Μπορεί. Όλα μπερδεύονται γλυκά".

ΦΩΤΕΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ, Κατ-γατ-καραγάτ, Πατάκης 2011

 Η έξοδος αρμόζει σ' ένα ποίημα, αφού ευγνωμονήσει κανείς τους λεξικογράφους για την παραμυθητική σημασία της αγάπης που καταθέτουν, "προστατεύω", "προστατεύω πολύ". Με τούτην μπορεί κανείς να προσδιορίσει και να ορίσει τα πάντα γύρω του. Το τι αγαπά, το τι δεν. Το πώς της αγάπης αλλά και το τι.

ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ

Όταν ανακαλύπτω ένα αστέρι
στον απογευματινό ουρανό
κι έρχομαι να σου μιλήσω γι' αυτό
μου λες ότι και συ το είδες

Όταν σου δείχνω ένα πουλί
που ψάχνει έναν τόπο να κουρνιάσει
στα κλαδιά αμυδρών δέντρων
μου λες ότι κι αυτό το είδες

Κάπως ο κόσμος που βλέπεις
κι αυτός που βλέπω
είναι πρακτικά ο ίδιος

Μήπως έχουμε δυο ζευγάρια μάτια
σ' ένα σώμα;

Αν είναι τότε απαραίτητο
μπορώ ν' αφήσω όλα τα θεάματα
σε σένα;

Κλείνω τα μάτια μου
Ο κόσμος μου ξαφνικά σβήνει
όμως ένας παρόμοιος κόσμος
συνεχίζεται στα μάτια σου

YAMAZAKI EIJI (Καραβίτη Β., Συγκομιδή. Σύγχρονοι ξένοι ποιητές, Γνώση 1988)

Και κλείνει κανείς, όπως και αρχίζει:
 

εκδοχή της Αλεξίου (ήταν και η πρώτη βέβαια των "Μυστικών του κήπου")





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου