Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Στα κατώφλια της Ανάστασης


Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,
καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον
ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος. 


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΙΤΗΣ


Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ 

Ο κηπουρός του τάφου, γέροντας αγαθός,
αυτός που παραστάθηκε στα ογκώδη γεγονότα,
και στις πρωινές οράσεις των γυναικών,
σε όλες τις ανοιξιάτικες καλωσύνες
όχι απαθής, αλλά μεστός (γέροντα καθώς ήτο)
έμενε κι' ασυγκίνητος εν μέρει τους φαινόταν.

Αλλά η  ψυχή του ακέραια δίχως ν' αναλωθεί
σε άκαιρες πράξεις ή σε λόγια περισσά,
ωρίμασε σε πλήρη ιδέα της θεογνωσίας.

Μελέτες, περιδιάβασες, μετεωρισμοί,
αιώνων απασχόληση για ν' αποβεί
κάποτε ανέβασμα ψυχών των νέων παιδιών,
πολλάκις άκαρπη, πάντοτε μισερή,
-ηλιοδαρμός και πάμπλουτη αχτινοβολία,
βίαιο χύμα κάδου της χρυσής βροχής
και ποντισμός πολλού φωτός, πλούσιων βολίδων
απόβηκε στον γέροντα η εωθινή
μύηση σε κόσμους εχτεινόμενους
από τα βάθη των ταρτάρων και του ίσκιου,
ως με την όλη ουσία του ύψους και της θεότητας,
με διάμεσα περιβόλια καλωσύνης,
ανθώνες τέρψεως και τρυφής και κελαηδήματα
πουλιών ωραία, χρωματιστών, που προϋπαντούνε
ψυχές που αιφνίδια ανθίσανε, γερόντων έστω,
σ' αιφνίδια και φλογώδη Αποκάλυψη του Μυστηρίου.

ΙΕΡΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Ποιος θάλεγε την Κυριακή τη βαγιοφόρα,
τότε που ο Κύριος πέρασε σιμά μας
καθισμένος στον πώλο του κι' ευλόγα,
πως θα δραματιζόταν τέτοιο πάθος;

Ποιος θάλεγε, πως τα παιδιά που ψέλναν
κι' οι ώριμοι που στρώναν τις μαντύες,
πως θα τον καταριόνταν σε τρεις μέρες
και θα ζητούσαν το σταυρόν απ' τους αρχόντους;

Πράξες μονάχα μυστικές προλέγαν
σαν βελουδένια όνειρα της νύχτας,
πως μιαν αγάπη, μια θυσία και μια συγγνώμη
προτίθετο τα ελέη της να σκορπίσει.

Γυναίκες ήσαν εαρινές, που κλείναν μύρα
και τάχυναν στ' αέρινα ποδάρια,
αυτές, που σούρνοντο μετά στα περιβόλια
ν' ανθοκομήσουν για το νεκρό Σώμα.

Γυναίκες ήσαν, και βαθύχρωμοι πανσέδες
οι νύχτες τους, το κρυφό βάρος τ' ομορφαίναν
και το φωτίζαν, πλάθαν, συγκροτούσαν
σε πράξες της ευλαβικής ημέρας.

Γυναίκες ήσαν, που όσο κι' αν χωρίζαν
τις μοίρες τους, (κι' η μια ξεχνιέται σ' έγνοιες,
κι' η άλλη διαλέγει την καλή μερίδα),
όμως κι' οι δυο τους τη θανή δουλεύαν).

Χριστέ μου, ας γίνει κι' οι ψυχές μας νάχουν
συμπόνιες, σαν εκείνες τις γυναίκες.
να μαλακώσουν οι έχθρητες. και να δεχθούμε
μιαν άξια Ανάσταση, πολύ γαληνεμένη.

Τ..Κ.ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου