Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Παραμυθία


Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος

Θαμνώδη ρήματα καὶ φύλλα καταπράσινα τῆς γλώσσας.
Μεγάλος ἄνθρωπος κι ἀνέσπερος ποὺ κράτησε
τὸν πόνο στὸ σωστό του τὸ ὕψος
ἀγνοώντας καὶ δημοτικισμοὺς καὶ μαρξισμοὺς καὶ μόδες
ἀγνοώντας τὰ ἑκάστοτε μορμολύκεια
τὴν ἀσίγαστη γενικότητα τῶν πιθήκων
ἀγνοώντας τὸν αἰώνα τῆς καλπάζουσας ἐξυπνάδας
ὁ ἀνοξείδωτος.
Ἤδη τὰ θύματα τῆς προόδου ποὺ πρόωρα σκουριάζει
πᾶνε στὴν πατρίδα του τὴ Σκιάθο
κι ἀγοράζουν ἐλπίζοντας οἰκόπεδα
πᾶνε γιὰ λίγο ἀεράκι, γιὰ λίγη θάλασσα καὶ φρέσκο φεγγάρι.
Μὰ εἶν᾿ ἀδύνατο νὰ κοροϊδέψουμε τὴ ρημαγμένη φύση
μὲ ξυπόλητα Σαββατοκύριακα καὶ μὲ τροχόσπιτα.
Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος
ἐκεῖνος ὁ περιούσιος Παπαδιαμάντης
καὶ τὸ κεράκι μας ἀκόμη δὲν τὸ θέλει.

Νίκος Καροῦζος
1972


ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΙΑΤΟ ΧΟΡΤΑ

Γράφει ἀπὸ τὸ πρωὶ
μεταφράζει
μετὰ γυρίζει πάλι στὰ δικά του
γέρνει πάνω στὸ χαρτὶ
ὅλος μιὰ δύναμη ἀφανέρωτη
ξέρει ὅτι ὁ καλύτερος βιογράφος εἶναι ὁ θάνατος
ἀλλὰ δὲν ὑποχωρεῖ, ψέλνει εὐωδία
ἄνω βυθὸς τῶν ἀκατάληπτων πραγμάτων
θὰ μποροῦσε νὰ γράφει ὅλη μέρα
στὰ ὄρη ὅμως, ὄχι ἐδῶ
ὅπου τίποτα δὲν εἶναι στὴ θέση του
καπηλεῖον ὀλίγον παράμερον
μισοσκότεινο τώρα κι εἶναι μόνος
νὰ λυτρωθεῖ θέλει
ἀπὸ λογιῶν - τῶν- λογιῶν τὰ κρούσματα
νὰ μὴν ξεχάσει μόνο τὸ παλτό του
καὶ πουντιάσει πάλι ὅπως τὶς προάλλες
ἀκούει «κὺρ-Ἀλέξανδρε» καὶ κάνει νὰ γυρίσει
πρὸς τὴ μεριὰ τῆς πόρτας
ἀλλὰ ἔχει μπαρκάρει πιὰ γιὰ τὰ σύννεφα
καὶ μᾶς θωρεῖ γιὰ λίγο
ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ κουρνιάζουν οἱ ἀετοί.

Γιῶργος Βέης
4/11/2014



«Μεταξὺ ὅλων τῶν ἐπαγγελμάτων, εἰς ὅλον τὸ Γένος, περνᾷ ἐξόχως τὸ ἐπάγγελμα τῆς θρησκείας, καθὼς καὶ τὸ τοῦ πατριωτισμοῦ.» 

Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Μελετήματα καὶ ἄρθρα” 

 


Εἰς τὴν Δεξαμενήν

Αὐτὲς τὶς μέρες ξαναθυμοῦνται οἱ παλαιότεροι τὰ καλὰ ἐκεῖνα χρόνια (γύρω στὸ 1905-1915), ποὺ ἡ Ἀθήνα ἤτανε ἀκόμη μιὰ εἰδυλλιακὴ πολιτεία κι εἶχε περισσότερη πίστη καὶ περισσότερην ἐγκαρδιότητα σχέσεων ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τώρα τὸ πολὺ πλῆθος, ποὺ γέμισε ἀσφυκτικὰ τὴν πρωτεύουσα, ἀπομακρύνει τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ τὸν ἀπομονώνει. Κείνην τὴν ἐποχὴ τῆς εἰρηνικῆς καὶ εὔκολης ζωῆς, οἱ κάτοικοι μιᾶς συνοικίας ἀποτελούσανε μίαν οἰκογένεια κι οἱ θαμῶνες ἑνὸς κέντρου μιὰ φιλικὴ συντροφιά.
Ἡ Δεξαμενὴ τότες ἤτανε μιὰ προνομιούχα... ἐξοχή. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἀνοιχτὸς ὁρίζοντας, καθαρὸς ἀέρας καὶ δάσος. Ἤτανε ὄχι μονάχα τὸ ὑψηλὸ καταφύγιο τῶν λογίων καὶ τῶν ποιητῶν, παρὰ καὶ ἡ πνευματικὴ κορφὴ ὅλης της Ἑλλάδος. Στὰ γύρω φτωχικὰ σπίτια καθόντανε ἀπὸ χρόνια ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ Βλαχογιάννης, ὁ Μαλακάσης, ὁ Κοντυλάκης, ὁ Χατζόπουλος καὶ συχνάζανε ὅλοι στὸ καφενεδάκι τοῦ Μπαρμπαγιάννη. Οἱ νεοσσοὶ τῶν Μουσσῶν: ὁ Αὐγέρης, ὁ Ζῆλος, ὁ Πελλερέν, ὁ Ροδοκανάκης, ὁ Καζαντζάκης, ἡ Γαλάτεια, καθόντανε σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ τοὺς μεγάλους, γεμάτοι ἀπὸ τὴ νεανικὴ ματαιοδοξία πὼς θὰ τοὺς ξεπεράσουνε.
Τότες δὲν ὑπήρχανε οἱ φριχτὲς πολυκατοικίες, ποὺ πνίξανε τὸν ὁρίζοντα, οὔτε εἴχανε γίνει τὰ «ἐξωραϊστικὰ» ἔργα, ποὺ φάγανε τὸν μισὸ λόφο καὶ τοῦ χαλάσανε τὴ φυσική του γραφικότητα. Ἡ θάλασσα φαινότανε κάθε πρωὶ νὰ σπιθίζη πέρα ὁλόχαρη, γελαστὴ καὶ μπλάβη.
Καμμιὰ δεκαριὰ πανύψηλες λεῦκες, ὁλοφούντωτες καὶ ρωμαλέες, κι ἄλλα τόσα πεῦκα τραγουδούσανε μέρα νύκτα μὲ τὸ παραμικρὸ ἀεράκι· τὰ πουλιὰ γεμίζανε τὰ κλώνια καὶ τὰ τζατζίκια τσιτσιρίζανε μέσα στὸ... τηγάνι τῆς μεσημεριάτικης πύρας. Μιὰ βρύση κελάριζε ἀκατάπαυστα μέρα καὶ νύκτα στὴ ρίζα μιᾶς θεώρατης λεύκας. Καὶ τὸ φθινόπωρο, σὰν πέφτανε τὰ φύλλα καὶ τὰ ἔσερνε ὁ βορριᾶς, ἡ βρύση θρηνολογοῦσε μὲ ἀναφυλλητά, τὰ ξερόφυλλα θροούσανε ἀπελπισμένα καὶ μέσα στὴ χαβούζα τῆς δεξαμενῆς τὸ νερὸ βογγοῦσε δυνατά. Ὁ διαβάτης, ποὺ περνοῦσε ἀπ᾿ ἐκεῖ τὴ νύχτα μέσα στὸ ἐρημικὸ καὶ βαθὺ σκοτάδι ἔμοιαζε μὲ τὶς «σκιὲς» τῶν ρομαντικῶν μυθιστορημάτων, ποὺ «αἰφνιδίως ἀποσπῶνται ἐκ τῆς παρακειμένης γωνίας καὶ διασκελίζουσιν ἐσπευσμένως τὴν ἔρημον ὁδόν, ἐνῶ τὸ ὡρολόγιον κ.τ.λ.».
Ἐκεῖ ἐρχότανε πρωὶ κι ἀπόγευμα ὁ κὺρ Στέφανος, ὁ Πρόεδρος, ὁ τύπος τῶν τύπων. Φοροῦσε ποδήματα χειμώνα-καλοκαίρι κι ἀκουμποῦσε τὰ γερατειά του ἀπάνου σ᾿ ἕνα χονδρὸ μπαστούνι. Ἀπαισιόδοξος, πυρρωνιστής, λαϊκὸς φιλόσοφος μὲ ἀληθινὴ φλέβα. Ἤτανε ὁ μοναδικὸς σχεδὸν φίλος τοῦ Παπαδιαμάντη. Γιατὶ ὁ Σκιαθίτης συγγραφέας ἔπασχε ἀπὸ ἀνθρωποφοβία - μὲ τὸ δίκηό του. Καθότανε στὸ πίσω μέρος τοῦ καφενείου κοντὰ στὸ παραθυράκι τοῦ τζακιοῦ. Σταύρωνε τὰ χέρια του, ἔγερνε δίπλα τὸ ἱερατικό του κεφάλι καὶ βυθιζότανε στὰ δημιουργικά του ὀνειροπολήματα μὲ κατάνυξη κι εὐχαριστημένος γιὰ τὴν μόνωσή του. Ἀπὸ τὸ παραθυράκι ἔπαιρνε τὸν καφέ του καὶ καμμιὰ φορὰ ἔμπαινε βιαστικὸς στὸ καφενεῖο χωρὶς νὰ σηκώνη τὰ μάτια, ἔπαιρνε μίαν ἐφημερίδα κι ἔφευγε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο βιαστικός. Μονάχα τὸν κὺρ Στέφανο δεχότανε νὰ τὸν ζυγώνῃ. Ὅπως ἤτανε πάντα σιωπηλός, τὸν ἄφηνε νὰ τοῦ μιλῇ ὑπομονετικά. Γιατὶ ὁ κὺρ Στέφανος ἦταν ἕνας τίμιος, ἁπλοϊκός, ἄκακος καὶ περήφανος ἄνθρωπος, ὅπως καὶ ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος. Ἂν ἐτοῦτος ἤτανε βαθύτατα θρῆσκος σὰν τοὺς καθωσιωμένους ἀσκητὲς τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, μὰ καὶ τοῦ Προέδρου ὁ πυρρωνισμὸς δὲν ἤτανε ἄθρησκος. Εἶχε τὴ μανία νὰ κοροϊδεύῃ τὶς ματαιότητες κάθε λογῆς καὶ πρὸ παντὸς τὴν παραδοπιστία τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν παπάδων. Κι αὐτὸ χωρὶς κακία.
Τίς Κυριακὲς καὶ τὶς μεγάλες γιορτάδες ὁ Παπαδιαμάντης πήγαινε πρωὶ-πρωὶ στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο, κοντὰ στὸν Παλαιὸ Στρατώνα, καὶ ἔψελνε ἀνάμεσα στοὺς ἁπλοϊκοὺς πιστοὺς τῆς συνοικίας. Ἐκεῖ πήγαινε καὶ ὁ Μωραϊτίδης γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό. Ἔτσι ξαλαφρώνανε κι οἱ δύο τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὶς πίκρες τῆς ζωῆς καὶ παίρνανε ἕνα λουτρὸ καρτερίας, ποὺ τοὺς δυνάμωνε τὴ δημιουργική τους ὁρμή. Τὴ Μεγάλη βδομάδα τὸν χάναμε. Ἐκτελοῦσε στὴν ἐντέλεια ὅλα τα χριστιανικά του χρέη σὰν πειθαρχημένος καλόγηρος. Μὰ τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, κατὰ τὸ μεσημέρι ὁ κὺρ Στέφανος ἐρχότανε στὸ καφενεῖο καὶ τὸν ἔπαιρνε στὸ σπίτι του νὰ φᾶνε τὸ πασχαλινὸ ἀρνί. Κατηφορίζανε κι οἱ δύο τὸ λόφο, ὁ ἕνας μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι κι ὁ ἄλλος μὲ τὴν ἀλύγιστη περπατησιά του, γιατὶ τὰ γόνατά του ἤτανε ξυλιασμένα ἀπὸ τὴν ἀρθρίτιδα.
Στὸ τραπέζι μοσχοβολοῦσε κι ἄχνιζε τὸ ἀρνὶ μέσα στὸ ταψί· μοσχοβολοῦσε τὸ τυρὶ τοῦ Παρνασσοῦ, ἡ μαρουλοσαλάτα μὲ τὸν ἄνηθο καὶ τὸ κρεμμυδάκι· μοσκοβολούσανε τὰ πορτοκάλια καὶ λαμποκοπούσανε μέσα στὴ σουπιέρα τὰ κόκκινα τ᾿ αὐγά. Πόσοι πειρασμοί: Μὰ ὁ θρῆσκος Παπαδιαμάντης πρῶτα ἔκαμνε τὸ σταυρό του, ἔλεγε τὸ «φάγονται πένητες καὶ ἐμπλησθήσονται...», οἱ ἄλλοι ὄρθιοι γύρω σταυροκοπιόντανε κι αὐτοὶ κι ὕστερα... Αἴ, ὕστερα, ἅμα καθόντανε στὸ τραπέζι, ὁ κὺρ Στέφανος, ποὺ ἤξαιρε τὰ συνήθεια τοῦ φίλου του, τοῦ γέμιζε μιὰ κούπα ρετσίνα. Ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος τὴν ἔπιανε μὲ τὶς δύο του φοῦχτες (γιατὶ τὰ χέρια του τρέμανε) καὶ τὴν ἄδειαζε ὁλάκερη «ἀμυστὶ» μὲ μιὰ συγκινητικὴ λαχτάρα. Τότες τὸ αἷμα του ξυπνοῦσε καὶ κύλαε ζεστὸ στὶς φλέβες του, τὰ μάτια του καθαρίζανε, ἡ ψυχή του ἄνοιγε τὰ διπλωμένα φτερά της καὶ τότε μονάχα ἀρχίζανε τὸ φαγί. «Ἦτο ὡραῖον ρετσινάτον» (λέγει σ᾿ ἕνα του διήγημα) «ὅλον ἄρωμα καὶ πτῆσις καὶ ἀφρός»! Τί λυρικὸς καϋμός, τί ἀληθινὸς ἔρωτας γιὰ τὸ κρασί!
Ἔτσι αὐτὲς τὶς μέρες, ποὺ ἡ ἐποχή μας τὶς ζῆ μὲ κάποιαν πεζότητα, πῶς νὰ μὴ θυμηθῇ κανεὶς τὸν καλὸ ἐκεῖνο καιρό, ποὺ ἡ ποίηση καὶ ἡ πίστη ἤτανε ζωντανὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς. Τώρα τὰ πεῦκα τὰ κόψανε ὅλα οἱ πολυκατοικίες. Οἱ λεῦκες ξεραθήκανε κι ὡς τόσο δὲν τὶς κόβουνε νὰ λείψῃ ὁ πένθιμος ἐκεῖνος σκελετός τους, ποὺ τὶς κάνει νὰ μοιάζουνε μὲ ὑψηλοὺς ξύλινους σταυροὺς σὲ κοιμητήρι. Ἡ Δεξαμενὴ ποὺ ἤτανε ἡ ψηλότερη σκοπιὰ τῆς Ἀθήνας, ἔχασε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ θάλασσα καὶ κατάντησε σὰ μιὰ πηγάδα. Καὶ μείναμε ἐμεῖς τὰ ἐρείπια, οἱ παληοὶ κάτοικοι τοῦ ὡραίου λόφου νὰ θρηνοῦμε ἐπάνω στὰ ἐρείπια τοῦ «ἐξωραϊσμοῦ» του.
Κώστας Βάρναλης
Ἐφημ. «Πρωία», 2 Μαΐου 1937
 


Φλώρα, ἢ Λάβρα;

ΒΡΑΔΑΚΙ, καὶ βρέθηκα στὸ ἐξωκκλήσι τοῦ νησιοῦ. Μεσοκαλόκαιρο, καὶ ἔβραζε ὁ τόπος. Ζέστη, καὶ τουρίστες νὰ ἐλλοχεύουν παντοῦ. Πλὴν σὲ ἀπόκρυφα ὑψωματάκια, σὲ ρεματιὲς καὶ ξέφωτα, παραμονὲς ἀγνώστων ἑορτῶν, συρρέουν κατὰ κύματα οἱ γηγενεῖς. Φθάνουν μεταμορφωμένοι, περίπου ὡς ἱκέτες, ἔχοντας ἀποβάλει (κατὰ ἕναν ἀνεξήγητον τρόπο) τὴν ἐμπορική τους λεοντή. Κουβαλοῦν τεράστιους ἄρτους, μὲ σουσάμι καὶ γλυκάνισο, πρόσφορα γιὰ τοὺς παπάδες, κουτιὰ μὲ παστέλι, γλυκὰ τοῦ ζαχαροπλαστείου τυλιγμένα σὲ ἀλουμινόχαρτο, τυρὶ τῆς ἅρμης κομμένο μὲ ἐπιμέλεια σὲ τετράγωνα μικρὰ τεμάχια, οὖζο καὶ τσίπουρο. Μετὰ τὴ λειτουργία στέκονται κοντὰ στὴν ἔξοδο τοῦ ναοῦ, καὶ φωνάζουν ξαφνικὰ μὲ ἐπίσημο τόνο:
- Πᾶρτε νὰ σχωρέσετε τὸν...
Ὁ καθεὶς τοὺς δικούς του - τὴ μάνα του, τὸν πατέρα του, τὰ πνιγμένα ἀδέλφια. - Ἐλᾶτε νὰ σχωρέσετε τὴ Φλώρα, ἀκούω δίπλα μου ἕνα χούφταλο.
Πλησίασα. Μοῦ πρόσφερε παστέλι καὶ ρακί.
- Θεὸς σχωρέστην τὴ Φλώρα, λέω. Τί σοῦ ἦταν, παπποῦ;
- Τίποτα, μοῦ λέει. Στὴ γειτονιὰ ἔμενε, μὰ δὲν εἶχε κανέναν δικό της.
Τί ἄλλο μοῦ ἀπόμενε νὰ κάνω; Κατέφυγα γιὰ πολλοστὴ φορὰ στὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη Φλώρα ἢ Λάβρα. Ἔχω διαβάσει πολλὲς φορὲς αὐτὲς τὶς τέσσερις σελίδες. Ὁ Παπαδιαμάντης, γεροντοποιὸς πιὰ (κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Μητσάκη), κάνει περίπατο, κατὰ τὸ σούρουπο, στὴ Μεγάλη Ἀμμουδιά, τέσσερα χρόνια πρὶν πεθάνει. Περίπατος παρὰ θίν᾿ ἀλός, λοιπόν, μὲ τὸν ὁποῖον οὐσιαστικὰ ἀποχαιρετᾷ τὸν τόπο. Μὲ γαλήνια πίκρα θυμᾶται τὰ ἀντίστοιχα βραδινά, τότε ποὺ (εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου του) ἐρχόταν ἐδῶ. Ὅλα, φυσικά, ἔχουν τώρα ἀλλάξει. Ἀνέρχεται ἕνα δρομίσκον, καὶ χάνεται μέσα στὸ ἄλσος τῶν σχοίνων καὶ τῶν μυρσινῶν. «Ἡ πόλις δὲν μᾶς καλεῖ. Ἡ ἐρημία δὲν μᾶς διώκει», λέει εἰς ἑαυτόν. Βλέπει, τότε, ἀπὸ ψηλὰ τὸ νεκροταφεῖο τοῦ τόπου καὶ μελαγχολεῖ. «Ὤ, κοιμητήριον», ψιθυρίζει.
Μέσα στὴν ἄκρα ἐρημία, βαθεῖα σκιὰ ἁπλοῦται. Ἐξαίφνης, μέσα ἀπὸ ἐρείπιον ἀγροτικῆς οἰκίας, ἐξῆλθε μία ὄψις γραίας. Μία ἀπὸ τὶς ἀμέτρητες γραῖες τοῦ Παπαδιαμάντη, πάμπτωχη καὶ παντέρημη. Ὁ διάλογος ποὺ ἀκολουθεῖ δὲν ὑπερβαίνει τὶς δυὸ ἀράδες, καὶ εἶναι ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους καὶ ἀρτιότερους τοῦ Παπαδιαμάντη:
- Βρίσκεσαι ἀκόμη, γριὰ Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει.
- Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε, μὲ λένε Λάβρα.
Λάβρα; Λαύρα; Φλώρα, ἢ Λάβρα;
Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσω στὸ σημεῖο αὐτὸ τοῦ διηγήματος χωρὶς νὰ συγκινηθῶ μέχρι δακρύων.
Ἐξ ἄλλου ἀντιλαμβάνομαι, τώρα πιά, πὼς γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὸν κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη, εἶναι ἀνάγκη νὰ διαθέτουμε τὸ ἀπαραίτητο ἔνδυμα. Αὐτός, ποὺ τριγυρνοῦσε ρακένδυτος, ἐπιχείρησε (ἐπὶ ματαίῳ, καθὼς ἀπέδειξαν μὲ τὰ λόγια τους μερικοὶ ἐπίσημοι γραμματικοί), νὰ μᾶς προειδοποιήσει:
Μερικοὶ λένε, πὼς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινεν ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ βασιλόπουλου, ποὺ ἔλυωσε, σβήστηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦσαν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας.

Ἠλίας Παπαδημητρακόπουλος - «Ἐπὶ Πτίλων Αὔρας Νυκτερινῆς»
Πέντε κείμενα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήναι 1992



Ἐν Πειραιεῖ τῇ αʹ. Ἰανουαρίου 1870.

Σεβαστέ μοι πάτερ!

Ἔλαβον τὴν ἀπὸ τῆς 20 τοῦ ἄρτι λήξαντος μηνὸς τοῦ ἔτους ἐπιστολὴν ὑμῶν, ὡς καὶ τὸ δεκάδραχμον καὶ τὰ ζητηθέντα βιβλία. Ἡ ἐπιστολή σας μ᾿ ἐβύθισεν εἰς λύπην, διότι ἴδον ἐναργέστερον τὰ καθ᾿ ἡμᾶς. -
Βεβαίως γνωρίζω ὅτι εἶμαι ἄχθος σπουδαῖον διὰ τὰ ἡμέτερα, ἅτινα εἶναι μικρὰ καὶ ἀπαιτοῦσι ταχεῖαν ἐπικουρίαν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλο ἢ νὰ περιμένω (ἐπὶ τοῦ παρόντος) παρ᾿ ὑμῶν τὰ πάντα. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι ὑπέρποτε δυσάρεστος, δὲν δύναμαι καὶ πάλιν νὰ πράξω ἄλλο, ἢ νὰ... διακόψω τὰς σπουδάς μου καὶ εἰσέλθω εἰς τὸν πρακτικὸν βίον. Δὲν εἶναι οὔτε ἐπιεικὲς οὔτε συμβιβάζεται μὲ τὰς ἕξεις
καὶ τὰ ἤθη καὶ τὴν δειλίαν μου τὸ νὰ ζητῶ χρήματα ἀπὸ τὸν τυχόντα πατριώτην. Ἀρκεταὶς ἐντροπαὶς ἔφαγα ἕως τώρα...- Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν χρημάτων, ἅτινα μοὶ ἀπεστείλατε ἐσχάτως δεικνύει ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς καταλλήλου εὐκαιρίας πρὸς ἀποστολὴν χρημάτων, ἀλλ᾿ ἡ ἔλλειψις αὐτῶν δὴ τῶν χρημάτων, ἥτις μᾶς ἐνδιαφέρει. Μὴ μοὶ τὸ κρύπτετε. Ὤ, ἐὰν εἶχον σήμερον, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕως πεντήκοντα δραχμὰς ἤθελον κάμει τὸν σταυρόν μου, ἀλλὰ δὲν τὰς ἔχω. - Σᾶς ἀσπάζομαι, παρακαλῶ τὸν Ὕψιστον νὰ χαρίσῃ ὑμῖν τὸ νέον ἔτος εὐτυχές.

Ὁ υἱός Σας.
Ἀλέξανδρος


«Ἠξεύρω ὅτι οὐδεὶς τολμᾷ ποτε ν᾽ ἀτενίσῃ ἐντὸς ἑαυτοῦ, ὡς εἰς βαθὺ καὶ ἀπύθμενον φρέαρ, πρὸς ὃ ἰλιγγιᾷ ἡ ὅρασις. Κατοπτρίζεσθε μᾶλλον ἐν τοῖς σφάλμασι τοῦ πλησίον, καὶ εὐλόγως πράττετε.» 

Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν”




«Καὶ εἶτα προσέτι (ὁ γερὸ-Φραγκούλας), παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, ῾μὴ μοῦ ἐλέγξει τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων᾿. Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνει πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως...».

Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου” 



«Ὤ! ἑπτάκις μόνον !... ἐβδομηκοντάκις ἑπτὰ θὰ εἶχον τώρα ἀνάγκην νὰ περιζώσω τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας! ... Τοσάκις εἶχε περιεζωσμένην τὴν καρδίαν μου ἡ ἄκανθα τῆς πικρᾶς ἀγάπης, τοσάκις τὴν εἶχε περισφίξει τὸ ἑρπετὸν πάθος, τὸ δολερόν...εὐλαβούμην νὰ εἴπω εἰς τὴν Ἁγίαν, ἠσχυνόμην νὰ ὁμολογήσω πρὸς ἐμαυτόν, ὅτι ἤμην, ὀψὲ ἤδη τῆς ἡλικίας, λεία τοῦ πάθους καὶ ἕρμαιον... Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ προσφέρω λαμπάδας καὶ μοσχολίβανον, πρὸς τί νὰ περιζώσω μὲ κηρία τὸν ναόν; Ἡ Ἁγία ἠδύνατο ἴσως νὰ μὲ θεραπεύσῃ, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ θεραπευθῶ. Θὰ ἐπροτίμων νὰ καίωμαι εἰς τὴν φλόγαν τὴν βραδείαν... Ὑπάρχουν εἰς τὸν Παράδεισον Ἅγιοι δεχόμενοι τὰς εὐχὰς τῶν ἐρώντων; ... Τάχα ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Φαρμακολυτρίας, εἰς τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο μεγαλομάρμαρον κτήριον, τὸ αἰνιγματῶδες, νὰ ὑπῆρχε τὸ πάλαι ἱερόν της Ἀφροδίτης, νὰ ὑπῆρχε βωμὸς τοῦ Ἔρωτος; Ὤ! καὶ ὅμως ἐτηκόμην... ὥρας-ὥρας ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, νὰ ἰατρευθῶ. Βοήθει, Ἁγία Ἀναστασία...» 

Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ἡ Φαρμακολύτρια”




«Ἀπορῶ, πάτερ μου, πῶς ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ὑπ᾿ αὐτοῦ δημιουργηθείσῃ φύσει αἴσθημα ἰσχυρότερον τῆς εἰς αὐτὸν πίστεως.» 

Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν” 
 


«Πᾶσαν σημαντικὴν κάκωσιν δύναται ἡ φύσις νὰ ὑπομείνῃ: τὴν πεῖναν, τὸ ψύχος, τὴν ὀδύνην καὶ τὴν ἔνδειαν. Ἀλλ᾿ ἡ ἔνδεια τῆς καρδίας, ὤ, αὐτὴ μαραίνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν. Ἐπὶ τῆς γῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τιμωρία σκληροτέρα τῆς ἀστοργίας καὶ τοῦ μονήρους βίου...» 

Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ἡ γυφτοπούλα” 
 

ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ

Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.
Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.
Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.
Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος.
Ἀνέβη εἰς μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ἦσαν ἐκεῖ πολλὰ δωμάτια μὲ τραπέζας, κ᾿ ἐπάνω των ἔκυπτον ἄνθρωποι μετροῦντες ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτία. Ὠχροὶ καὶ δυστυχεῖς, ὅλη ἡ ψυχή των ἦτο συγκεντρωμένη εἰς τὴν ἀσχολίαν ταύτην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον μὲ τὰς πτέρυγάς του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.
Εἰς τὸν δρόμον συνήντησε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἄλλους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ καπηλεῖα, οἰνοβαρεῖς, καὶ ἄλλους κατερχομένους ἀπὸ τὰ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινὰς εἶδε ν᾿ ἀσχημονοῦν, καὶ τινὰς ἤκουσε νὰ βλασφημοῦν τὸν Ἁι-Βασίλην ὡς πταίστην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε μὲ τὰς πτέρυγας τὰ ὦτα, διὰ νὰ μὴν ἀκούῃ, καὶ ἀντιπαρῆλθεν.
Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!
Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας.

1907

«Εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλώσσαν, ἄλλως νοοῦμεν, ἄλλως ὁμιλοῦμεν, καὶ ἄλλως γράφομεν...» 

Ἡ γλώσσα ἡ ἑλληνικὴ ἔπρεπε νὰ βλέπει μακράν, ὡς φάρον παμφαῆ, τὴν λαμπρᾶν αἴγλην τῆς ἀρχαίας χωρὶς νὰ ἔχῃ τέρμα τὸν φάρον αὐτόν. Ὁ φάρος ὁδηγεῖ εἰς τὸν λιμένα, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λιμήν...»

 
Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Μελετήματα καὶ ἄρθρα” 
 


«(Περὶ τῆς Ἀφροδίτης). Πάντες οἱ θεοὶ ἐγκατελείφθησαν, καὶ οὐχὶ αὐτὴ μόνη. Τοὐναντίον, αὕτη ἧττον τῶν ἄλλων ἐγκατελείφθη. Πάντες οἱ θεοὶ ἐσυκοφαντήθησαν, ἀλλ᾽ οὐχὶ ὅσον αὐτή. Πάντων τῶν αἰώνων οἱ ὑποκριταὶ καὶ οἱ ταρτοῦφοι, ὑπὲρ πάσας τὰς θεὰς τὴν Κύπριδα ἐσυκοφάντησαν. Δὲν ὑπῆρξε βωμολοχία καὶ ψεῦδος, ὅπερ νὰ μὴ ἐξετόξευσαν κατὰ τῆς ἁπλουστάτης ταύτης καὶ ἀθῳοτάτης θεότητος, ἥτις ἐπλάσθη κατὰ φύσιν, ὡς ἔπρεπε νὰ πλασθῇ, καὶ οὐδὲν ἔγκλημα εἶχε. Δὲν ὑπῆρξεν ἰλὺς καὶ βόρβορος, δι᾽ οὗ δὲν ἔχραναν τὸ πρόσωπον τῆς θεᾶς ταύτης οἱ ζοφεροὶ τοῦ μεσαίωνος τρωγλοδύται, δὲν ὑπῆρξε ράκος δι᾽ οὗ δὲν ἐζήτησαν νὰ καλύψωσι τὴν γυμνότητα τῆς περικαλλοῦς ταύτης μορφῆς οἱ σεμνότυφοι ἐκεῖνοι σχολαστικοί! Καὶ ἐν τῷ κρυπτῷ μὲν ἔθυον εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὸν Διόνυσον καὶ εἰς τὴν ἀγέλην αὐτοῦ, ἐν τῷ φανερῷ δὲ ὕβριζον καὶ διέσυρον. Παρηγορήθητι, ἀτυχὴς θεά, μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡμέρα καθ᾽ ἣν πάντες οἱ λατρευταί σου ἀναφανδὸν εἰς σὲ θὰ θύωσι, καὶ οὐδεὶς θὰ τολμᾷ πλέον νὰ σὲ συκοφαντήσῃ.» 

Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ἡ γυφτοπούλα” 



"Τὸ θεσπέσιον νέκταρ ποὺ πίνουν οἱ Ὀλύμπιοι Θεοί, ἀναβλύζει ἀπὸ χρυσῶν κρουνῶν εἰς τὸ οἰνοπωλεῖον καὶ παντοπωλεῖον Ἡ Μουργιὰ τοῦ Θωμᾶ Σαραφιανοῦ εἰς τὴν Σκίαθον. Εἶναι τὸ θαυμάσιον καὶ μοναδικὸν εἰς τὸ Αἰγαῖον μοσχᾶτον τῆς Σκιάθου, τὸ καλούμενον καὶ Ἀλυπιακόν, ἐπειδὴ καταργεῖ ὅλας τὰς λύπας..."
 

ΝΥΧΤΑ ΒΑΣΑΝΟΥ

Πότε, μάτια μου καημένα,
θὰ κλεισθῆτε στὴ σιγή,
νὰ χαρίσετε σ᾿ ἐμένα
ὕπνο, ἀνάπαψη πικρή;


Ἀφουγκράσου! πῶς τ᾿ ἀηδόνι
λούφαξε στὴν ἐρημιά.
Ἄκουσ᾿, ἄκουσε τὸν γκιώνη·
παύει νὰ μοιρολογᾷ...


Καὶ τ᾿ ἀστέρια, μαραμμένα
λουλουδάκια τοῦ Θεοῦ,
σβηόνται, πέφτουν ὁλονένα
ἀπ᾿ τὸν κάμπο τ᾿ οὐρανοῦ.


Καὶ τὸ πυροφάνι ἐχάθη,
ποὺ στὴν ἔρμη ἀκρογιαλιὰ
φέγγει τοῦ γιαλοῦ τὰ βάθη
κι ἀντιλάμπει στὴ στεριά.


Κ᾿ ἡ Λιαλιὼ ποὺ τ᾿ ἀγναντεύει
μὲ λαχτάρα, ἡ λυγερή,
σφάλησε τὸ τζάμι, φεύγει·
ἄχ! τί ὄνειρα θὰ ἰδῇ...


Μοναχὸς ἐγὼ ἀγρυπνάω,
νυχτερεύω μοναχός·
᾿λεημοσύνη σᾶς ζητάω,
νύχτα, δόλι᾿ ἀγάπη, φῶς!


Ναί, μά τὸ ἱερὸ σκοτάδι,
ναί, μά τ᾿ ἄστρο τῆς αὐγῆς,
οὔτε ὕπνος, γιὰ σημάδι,
στὴ γαλήνη αὐτὴ τῆς γῆς!...


Γίνε, νύχτα, συντροφιά μου,
στὴ βαθειά, ἄπειρη σιγή·
ἔλα μὲς στὴν ἀγκαλιά μου,
δός μου ἀνάπαψη πικρή.


1903

http://www.papadiamantis.org/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου