Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Historiae




Μικρές ζωές 
μικρών ανθρώπων
που ζουν και 
πεθαίνουν
ήσυχα


ΕΠΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ό,τι πει ο Θεός λες
κι ετοιμάζεσαι να φύγεις
σ’ αυτούς που μένουν
σ’ αυτούς που μένουν
το ό,τι πει ο Θεός να πεις

σ’ αυτούς εδώ κάτω

ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ

Είπε ο Χάρος 
«και σήμερα σαν ποιον να πάρω;»
ήρθε και πήρε τον Παναγιώτη
ακαριαία του δόθηκε εκείνος
άνευ δισταγμού
ίσως και ερήμην του
τη θεία βουλή εναγκαλίστηκε
παρέσυρε και τον πατέρα
κι ούτε που το στοχάστηκε
λίγο να το καθυστερήσει
κάπως να το ξανασκεφτεί
αναβολή να του ζητήσει
ή έστω να το διαπραγματευτεί
ολάκερος εδόθηκε
όπως κανείς στον έρωτα
και άνευ όρων υποτάχτηκε
όπως στην αγάπη
και στα ουράνια πέταξε
και πίσω δε γύρισε να μας κοιτάξει
εν ριπή
στην αιωνιότητα βουτήχτηκε
και οι επίλοιποι στο θρήνο
τη ζωή
για μια ζωή ενδύθηκαν
μέσα στο πένθος

ΔΡΕΠΑΝΟΦΟΡΟ ΕΑΡ

Με το πού μπήκε η άνοιξη
έναν ακόμα ξεπροβοδίσαμε
με το πού μπήκε η άνοιξη
έναν ακόμα πίσω μας αφήσαμε
ή μήπως
κείνος
πίσω του
μας άφησε

με το πού μπήκε η άνοιξη
μας βρήκε και μας θέρισε

ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΞΑΝΑ

Έρχεσαι
με δυο μάτια λυπημένα
με κείνα τα μάτια του θανάτου
πάψε να με κοιτάζεις
με τούτον τον τρόμο
πάψε με τούτη τη θλίψη
πώς να παρηγορήσω
έναν που έχει πεθάνει

ΨΥΧΟΥΛΑ

Σαράντα μέρες
γύρναγε
η ψυχή σου στα σοκάκια
σαράντα μέρες
ώσπου το δρόμο
νά ’βρει στα ουράνια

ΑΣΚΙΕΣ

Περπάταγαν
οι ψυχές στον ίσκιο τους
και περπατούσαν όλη νύχτα
νερό ζητούσαν
κι άλλοτε
ψωμί για να πιαστούνε
τη σκιά τους ζητούσαν
να την κρατήσουν όλη μέρα
στον Απάνω ζητούσαν
να γυρίσουν
μα σαν έφτασ’ ο ήλιος
ξανά άσκιες απέμειναν
και στον Κάτω γρήγορα επέστρεψαν
κι ούτε σεργιάνι πια
ούτε νερό ούτε ψωμί
παρά δίχως σκιά
στο δρόμο τους μπήκαν
και συνέχισαν

ΓΑΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΥ

Βαρέθηκαν
μια ζωή
τα ίδια και τα ίδια
θρήνους και οδυρμούς
μνημόσυνα και κόλλυβα
ακούν τα χάλκινα
οι κεκοιμημένοι
σήμερα
κι εφραίνονται

Όλγα Ντέλλα, Οδός Πανός, τχ.165, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου