Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Ρωγμές ΙΙ


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

[...]
Θυμάμαι την κοπέλα να φωνάζει από την αποβάθρα του σταθμού: "Αγάπα μέχρι και τις πέτρες, ακούς; Έχεις λιγότερο χρόνο απ' όσο φαντάζεσαι και, τον περισσότερο, τον έχεις ήδη υποθηκευμένο" κι είχε πάρει ολόκληρη φωτιά, έλαμπε καθώς χάνονταν μέχρι που τίποτα δεν έμεινε, πέρα από στάχτες και σκιά.
   Ό,τι αρπάζει φωτιά, λάμπει. Και, σαν σβήσει, ο καπνός του πάει πάντα προς τα πάνω. Κι αν δεν είμαστε αρκετά θεοί για να γεμίσουμε μ' αγάπη όλους τους ανθρώπους, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον ετούτο: να γεμίσουμε με ανθρώπους όση αγάπη απομένει. Έτσι, μια μέρα, θα φτιάξουμε τον δικό μας παράδεισο

Ξανά, Άνοιξη. Λες και δεν ζήσαμε ποτέ χειμώνα. [...]

ΥΜΝΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ

[...]

ΙΙΙ Ο ύμνος της πίστης

Αμυγδαλιά να εμπιστεύεσαι
καθώς, χειμώνας, γύρω
διαρκώς σε ταπεινώνει.

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ Ι

Φωνή:

Πνίγεται ο άγιος στα δάκρυά του
κι η θάλασσα, στην πλάτη, τον σηκώνει.
Έχει άνωση η προσευχή.

ΤΡΙΩΝ, ΤΕΣΣΑΡΩΝ, ΠΕΝΤΕ ΕΤΩΝ

[...]

Κι η ευτυχία, τίποτε άλλο,
παρά οι παύσεις οι μικρές, οι εκκωφαντικές
σφηνωμένες, αναπάντεχα,
καταμεσής στη μουσική.

ΩΔΗ ΣΤΟΥΣ ΗΤΤΗΜΕΝΟΥΣ ΗΡΩΕΣ

Τους ανθρώπους που αγαπούν, να τους φοβάσαι. Ακόμη ελπίζουν. Κοιμούνται με ανοιχτή την ψυχή, σε πείσμα του χειμώνα. Ξυπόλητοι περπατούν πάνω στις γνώμες των ανθρώπων, τραγουδούν δυναντά, πολεμάν δράκους και χορεύουν στα στενά, πηδώντας πάνω από βελόνες και χαλάσματα ως τα παιδιά υπερνικούν τα κάγκελα της αλάνας ή κατακτούν πύργους πανύψηλους.
Τα βράδια, σαν πέσει κεραυνός, δειλά μεταξύ τους ψιθυρίζουν. Ύστερα κλαίνε με λυγμούς, ψηλώνουν, βγάζουν γένια, γρατζουνάν στο μέτωπο ρυτίδες και, άστεγοι στον χρόνο, κρεμούν τον εαυτό τους από την θηλιά μες στη ντουλάπα. Το αυριανό τους σιδερώνουν πρόσωπο, να επιβιώσουν.

Σε αυτούς απευθύνομαι. οι υπόλοιποι,
                                                           δεν με χρειάζεστε.

Ο ΕΠΑΙΤΗΣ

Το δειλινό κρεμούσε την επίσημη ενδυμασία του όταν, την ησυχία, διέκοψε ένας επαίτης, ορμώντας σαν ξαφνικό αγέρι μες στο ξωκλήσι. Ένα σακί κεφάλια κρατούσαν τα χέρια του κι ένας πόνος αβάσταχτος κρεμόταν απ' τα μάτια. Οι πιστοί παραμέρισαν οπλίζοντας το σταυροκόπημά τους, ο ιερέας διέκοψε την λειτουργία, τα παιδιά κρύφτηκαν στις φούστες των μανάδων. "Τι θέλεις εδώ;" φώναξαν, "ν' ακουμπήσω κάπου την ζωή" απάντησε ο ζητιάνος κι άφησε να πέσει με κρότο στο πάτωμα το σακί. "Τα κεφάλια όλων εκείνων που δε συγχώρεσα. Πλήθυναν με τα χρόνια, και τώρα, δυσχεραίνουν κάθε μου βήμα, τραβώντας τη σκέψη προς την θλίψη ως τα γκέμια στρίβουν το άλογο".
"Τα μάτια τους με οδήγησαν εδώ" είπε με μισή φωνή, "βοηθήστε με" και στεκόταν εκεί μονάχος, δέντρο εκτεθειμένο σε έρημη κορφή, παρακαλώντας να βρέξει δυο δράμια ψυχή, να βγάλει κι αυτή την εβδομάδα. Μα πώς να τον βοηθήσεις. Ό,τι έχει σάρκα κι οστά είναι εύκολο, κόβεις ένα κομμάτι και μοιράζεσαι, μα την ψυχή, πώς να την μοιραστείς; Ολόκληρη την δίνεις ή καθόλου... -Αυτό είναι ζωή: σηκώνεις τον θεό κι ευθύς, από κάτω, πετάγεται το φίδι.

-Τι θέλεις από εμάς; επανέλαβαν.
-Πρόδωσα τον χρόνο και θέλω να κρυφτώ.
-Δεν κρύβεται κανείς από τον χρόνο.
-Κι όμως κρύβεται, όταν αγαπάει.

Κι άρχισε ο επαίτης να αγκαλιάζει ασυνάρτητα ανθρώπους, σαν να πρόσταζε την καρδιά του να ανθίσει, ερήμην κάθε πυρκαγιάς τριγύρω.

[...]

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ.ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, Εξορία στην γέννηση, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου